Βιβλιοθήκη > Μεταφράσεις > Μεταφραση της Verneinung (H Αρνηση, 1925)

Μεταφραση της Verneinung (H Αρνηση, 1925)

                   Sigmund Freud        “Η 'Αρνηση”

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Μαρία Ταλαρούγκα

Ξέρουμε από τον E. Jones ότι αυτή την εργασία την έγραψε ο Freud το 1925.

Τον Freud τον είχε βάλει σε σκέψεις καιρό αυτό το θέμα από το 1923 όπως μπορούμε να δούμε από την υποσημείωση που προσέθεσε τότε στο γραπτό του για την Dora το 1905.

Είναι από τα πιο μικρά και πιο πυκνά κείμενα του Freud. Παρ όλο που το κείμενο διαπραγματεύεται κατά κύριο λόγο ένα ειδικό πρόβλημα της μεταψυχολογίας, άπτεται στην αρχή του και στο τέλος του και ερωτήματων τεχνικής. Από τις παραπομπές και από τις υποσημειώσεις θα δούμε ότι και οι δύο αυτές προβληματικές (δηλ. της μεταψυχολογίας και της τεχνικής) αυτής της εργασίας έχουν μια μακρά προϊστορία.

 

 

Τεχνική

Ο τρόπος με τον οποίο οι ασθενείς φέρνουν αυτά που τους έρχονται στο μυαλό κατά την διάρκεια της αναλυτικής εργασίας, μας δίνει αφορμή για ορισμένες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.

“ Θα σκεφτείτε τώρα ότι θέλω να πω κάτι το προσβλητικό, αλλά ειλικρινά δεν έχω αυτήν την πρόθεση”. Καταλαβαίνουμε ότι αυτό είναι η απόκρουση αυτού που αναδύθηκε στο μυαλό του μέσω προβολής.

'Η: “Ρωτάτε ποιό μπορεί να είναι αυτό το πρόσωπο στο όνειρο. Πάντως η μητέρα δεν είναι ”. Διορθώνουμε: “Άρα, είναι η μητέρα”. Δίνουμε στον εαυτό μας την ελευθερία, κατά την διάρκεια της ερμηνείας να μην λάβουμε υπ' όψιν μας την άρνηση και να εξάγουμε το καθαρό περιεχόμενο αυτού που του ήρθε στο μυαλό. Είναι σαν να είχε πει ο ασθενής: “Ναι μεν μου ήρθε στο μυαλό η μητέρα γι αυτό το πρόσωπο, αλλά δεν έχω καμία όρεξη (Lust) να το αφήσω αυτό να επικρατήσει”.[1] (εδώ έχουμε ορμή και όχι σημαίνον M.T)

 

 

Μερικές φορές μπορεί να διαφωτιστούμε για κάτι που καιρό ψάχναμε σε σχέση με το ασυνείδητο απωθημένο με έναν πολύ άνετο τρόπο. Ρωτάμε: “Τι θεωρείτε ως το πιο απίθανο σ' εκείνη την περίσταση; τι νομίζετε ότι ήταν τότε για σας το πιο μακρινό;” Εάν ο ασθενής πέσει στην παγίδα και ονομάσει αυτό στο οποίο μπορεί να πιστέψει λιγότερο απ' όλα, τότε ομολογεί σχεδόν πάντα το σωστό. 'Ενα όμορφο παράδειγμα, αντίθετο μ' αυτό το πείραμα, παρουσιάζει συχνά ο ψυχαναγκαστικός νευρωτικός, ο οποίος έχει ήδη μυηθεί στην κατανόηση των συμπτωμάτων του. “μου ήρθε μια καινούρια ψυχαναγκαστική ιδέα (παράσταση). Αμέσως σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό το συγκεκριμένο. Αλλά όχι, δεν μπορεί να είναι αλήθεια, γιατί αλλιώς, αν ήταν αλήθεια, δεν θα μου είχε έρθει στο νου”. Αυτό που απορρίπτει μ' αυτό το επιχείρημα που κρυφάκουσε από την θεραπεία, είναι φυσικά το ορθό νόημα της καινούριας ψυχαναγκαστικής του παράστασης.

 

Το απωθημένο περιεχόμενο μιας παράστασης ή μιας σκέψης μπορεί λοιπόν να εισχωρήσει στη συνείδηση υπό την προϋπόθεση ότι έχει την δυνατότητα να αρνητικοποιηθεί. Η άρνηση είναι ένας τρόπος να λάβουμε γνώση του απωθημένου, κατ' ουσίαν είναι ήδη μια άρση (Aufhebung) της απώθησης, όμως σίγουρα δεν είναι η αποδοχή-παραδοχή του απωθημένου. Εδώ βλέπουμε πώς η διανοητική λειτουργία διαχωρίζεται από την αισθηματική διαδικασία. Με την βοήθεια της άρνησης εξουδετερώνεται μόνο η μια συνέπεια της διαδικασίας της απώθησης. Το περιεχόμενο της παράστασης (ιδέας) δεν φτάνει στη συνείδηση. Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος διανοητικής αποδοχής του απωθημένου, ενώ το ουσιώδες εξακολουθεί να παραμένει στην απώθηση[2]. Στην πορεία της αναλυτικής εργασίας καταφέρνουμε συχνά μια άλλη, πολύ σημαντική και αρκετά αλλοτριωτική παραλλαγή της ίδιας κατάστασης. Πετυχαίνουμε ακόμα και να νικήσουμε την άρνηση, ακόμα και να επιβάλλουμε την πλήρη διανοητική αποδοχή του απωθημένου – όμως ούτε έτσι δεν άρθηκε ακόμα η ίδια η διαδικασία της απώθησης.

 

 

Επειδή αυτό που αναλαμβάνει η διανοητική διαδικασία της κριτικής ικανότητας (κρίσης) είναι να καταφάσκει ή να αρνείται περιεχόμενα σκέψεων, οδηγηθήκαμε με τις παρατηρήσεις που παραθέσαμε πιο πάνω (στο να αναρωτηθούμε για) την ψυχολογική απαρχή αυτής της λειτουργίας. Αν κανείς αρνηθεί κάτι με την κρίση που διατυπώνει, αυτό σημαίνει ουσιαστικά το εξής: “αυτό είναι κάτι που καλύτερα θα ήθελα να το απωθήσω”. Η κριτική απόρριψη είναι το διανοητικό υποκατάστατο της απώθησης[3] το “όχι” της (της κριτικής απόρριψης) ένα πιστοποιητικό προέλευσης, κάτι όπως το “made in Germany”. Μέσω του συμβόλου της άρνησης, η σκέψη απελευθερώνεται από τους περιορισμούς της απώθησης και εμπλουτίζεται με περιεχόμενα, τα οποία δεν μπορεί να τα στερηθεί προκειμένου να λειτουργήσει. (το Unlust παράγει σκέψη, M.T.)

 

 

(Η άρνηση προέρχεται από την κριτική ικανότητα, υποκατάστατο της απώθησης)

 

Η λειτουργία της κριτικής ικανότητας έχει να λάβει κατ ουσίαν δύο αποφάσεις.

A) οφείλει να αποδώσει σε ένα πράγμα μια ιδιότητα ή να μην του την αποδώσει, και

Β) οφείλει να αναγνωρίσει αν μια παράσταση υπάρχει στην πραγματικότητα ή ότι δεν υπάρχει στην πραγματικότητα.

Όσον αφορά το Α) (δηλ την ορμική διέγερση -Triebregung, πρωταρχικό εγώ της ευχαρίστησης – Lust-ich M.T),

δηλ την απόφαση που πρέπει να λάβει αναφορικά με την ιδιότητα ενός πράγματος, κοιτάει αν η ιδιότητα θα μπορούσε να έχει υπάρξει πρωταρχικά καλή ή κακή, χρήσιμη ή βλαβερή (και εδώ ο Freud αλλάζει επίπεδο και λέει:) Στην γλώσσα των παλαιών, στοματικών ορμών αυτό εκφράζεται ως εξής: “αυτό θέλω να το φάω ή αυτό θέλω να το φτύσω” και μεταφορικά σημαίνει: “αυτό θέλω να το εισάγω μέσα μου και αυτό θέλω να το αποκλείσω από μέσα μου”. Δηλαδή: “Αυτό οφείλει να μπει μέσα μου και αυτό οφείλει να μείνει έξω από μένα”. Το πρωταρχικό εγώ της ευχαρίστησης (Lust-ich) θέλει, όπως το ανέπτυξα αλλού, να ενδοβάλλει μέσα του κάθε καλό και να πετάξει από μέσα του κάθε κακό. Το κακό, αυτό που είναι ξένο στο Εγώ, αυτό που βρίσκεται απέξω του, του είναι (του Εγώ) αρχικά ταυτόσημο[4]. (moi, M.T)

 

 

Όσον αφορά το Β) (δηλ τον έλεγχο της πραγματικότητας – Realitaetspruefung M.T)

Η άλλη απόφαση της λειτουργίας της κριτικής ικανότητας για την πραγματική ύπαρξη ενός πράγματος που έχει παρασταθεί, είναι ένα ενδιαφέρον-συμφέρον του τελικού πραγματικού – εγώ ή εγώ του πραγματικού (Real-Ich) το οποίο εξάγεται από το πρωταρχικό εγώ της ευχαρίστησης (Lust-Ich) (έλεγχος της πραγματικότητας). Εδώ το θέμα δεν είναι πια το αν κάτι που αντιλαμβανόμαστε (ένα πράγμα) οφείλει να εισαχθεί ή όχι στο εγώ, αλλά το εάν κάτι που υφίσταται μέσα στο εγώ ήδη ως παράσταση μπορεί να επανευρεθεί στην αντίληψη (στην πραγματικότητα). Όπως βλέπουμε, πρόκειται και πάλι για το ερώτημα του έξω και του μέσα. Το μη πραγματικό (Nichtreale), αυτό που έχει απλώς αναπαρασταθεί, το υποκειμενικό υπάρχει μόνο μέσα. Το άλλο, το πραγματικό υπάρχει και στο έξω. Κατά την εξέλιξη αυτή η προσοχή στην αρχή της ευχαρίστησης παραμερίστηκε. Η εμπειρία μας δίδαξε ότι δεν είναι σημαντικό μόνο το εάν ένα πράγμα (ένα αντικείμενο ικανοποίησης) κατέχει την “καλή” ιδιότητα, δηλαδή εάν αξίζει να εισαχθεί στο εγώ, αλλά επίσης και το εάν αυτό (το αντ/νο ευχαρίστησης) είναι εκεί στον έξω κόσμο, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να το ιδιοποιηθεί σύμφωνα με την εκάστοτε ανάγκη του. Για να κατανοήσουμε αυτήν την πρόοδο, πρέπει να θυμηθούμε ότι όλες οι (ανα)παραστάσεις κατάγονται από αντιλήψεις και είναι επαναλήψεις αυτών των ίδιων (αντιλήψεων). Πρωταρχικά λοιπόν, ήδη η ύπαρξη μιας παράστασης είναι η εγγύηση για την πραγματικότητα του (ανα)παριστώμενου. Η αντίθεση ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό δεν υφίσταται από την αρχή. Η αντίθεση κατασκευάζεται λόγω της σκέψης που κατέχει την ικανότητα, κάτι που έχει γίνει κάποτε αντιληπτό να το επαναπαροντοποιεί μέσα από την αναπαραγωγή του στην (ανα)παράσταση, ενώ το αντικείμενο δεν χρειάζεται πια να υφίσταται στο έξω. Ο πρώτος και άμεσος σκοπός του ελέγχου της πραγματικότητας δεν είναι λοιπόν να βρει στην πραγματική αντίληψη ένα αντικείμενο που να αντιστοιχεί στο αναπαριστώμενο, αλλά να το ξάνα-βρεί , να πεισθεί ότι αυτό υφίσταται, υπάρχει ακόμα[5]. Μια περαιτέρω συμβολή στην αλλοτρίωση μεταξύ υποκειμενικού και αντικειμενικού προέρχεται από μια άλλη ικανότητα της σκέψης. Η αναπαραγωγή της αντίληψης στην (ανα)παράσταση δεν είναι πάντα μια πιστή επανάληψή της. Μπορεί να τροποποιηθεί με παραλήψεις, να αλλάξει μέσω συγχωνεύσεων διαφορετικών στοιχείων. Ο έλεγχος της πραγματικότητας έχει να ελέγξει μέχρι πού έχουν φτάσει αυτές οι παραμορφώσεις. Όμως πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η συνθήκη για να τεθεί σε λειτουργία ο έλεγχος της πραγματικότητας είναι ότι τα αντικείμενα που έχουν χαθεί, προσέφεραν κάποτε πραγματική ικανοποίηση.

 

 

Η κριτική ικανότητα (Urteilen) είναι η διανοητική δράση, η οποία αποφασίζει για την επιλογή της κινητικής δράσης, θέτει ένα τέλος στην αναβολή της σκέψης και μεταβαίνει από το σκέπτεσθαι στο πράττειν. Έχω ήδη διαπραγματευθεί αλλού την αναβολή του σκέπτεσθαι[6].  Την αναβολή του σκέπτεσθαι την βλέπουμε σαν μια δοκιμαστική δράση, σαν μια κινητική ψηλάφηση με ελάχιστες δαπάνες εκφόρτισης. Ας σκεφτούμε: πού είχε ασκήσει το εγώ προηγουμένως μια τέτοια ψηλάφηση, σε ποιο σημείο είχε μάθει την τεχνική την οποία τώρα εφαρμόζει στις διαδικασίες του σκέπτεσθαι? Αυτό συνέβη στο άκρο των αισθητήρων του ψυχικού μηχανισμού, κατά την διάρκεια της αντίληψης-πρόσληψης των αισθήσεων. Σύμφωνα με την υπόθεσή μας η αντίληψη-πρόσληψη δεν είναι καθαρά παθητική διαδικασία, αλλά το εγώ στέλνει περιοδικά μικρές επενδυτικές ποσότητες στο σύστημα πρόσληψης-αντίληψης μέσω των οποίων δοκιμάζει- γεύεται τους εξωτερικούς ερεθισμούς για να αποσύρει τελικά ξανά την εφόρμηση του μετά από κάθε τέτοια ψηλάφηση[7].

 

 

 

Η μελέτη της κριτικής ικανότητας ανοίγει ίσως για πρώτη φορά τον δρόμο για να γνωρίσουμε τον σχηματισμό της διανοητικής λειτουργίας μέσα απ' το παιχνίδι των πρωταρχικών ορμικών διεγέρσεων. Η κριτική ικανότητα είναι η σκόπιμη μετεξέλιξη της εισαγωγής στο εγώ ή της αποβολής απ΄το εγώ, η οποία πρωταρχικά επετεύχθη σύμφωνα με την αρχή της ευχαρίστησης. Η πόλωση της κριτικής ικανότητας φαίνεται να αντιστοιχεί στην αντιθετικότητα των δύο ορμικών ομάδων που έχουμε υποθέσει. Την κατάφαση (Bejahung) – ως υποκατάστατο της ενοποίησης – που ανήκει στον έρωτα, την άρνηση (Verneinung) – διάδοχο της απόκρουσης-αποπομπής – που ανήκει στην ορμή της αποδόμησης (Destruktionstrieb). Η γενική διάθεση άρνησης, ο αρνητισμός ορισμένων ψυχωτικών είναι πολύ πιθανό να κατανοηθεί ως ένδειξη της απόμιξης των ορμών, μέσω της αποχώρησης των λιβιδινικών συνθετικών στοιχείων[8]. Η αποδοτικότητα της λειτουργίας της κριτικής ικανότητας δεν γίνεται δυνατή παρά μόνο όταν η δημιουργία του συμβόλου της άρνησης έχει επιτρέψει στο σκέπτεσθαι έναν πρώτο βαθμό ανεξαρτησίας από τις επιτυχίες της απώθησης και κατά συνέπεια (έναν πρώτο βαθμό ανεξαρτησίας) από τον καταναγκασμό της αρχής της ευχαρίστησης.

 

 

Τεχνική

 

Με αυτήν την άποψη για την άρνηση ταιριάζει πολύ καλά το ότι στην ανάλυση δεν ανιχνεύουμε κανένα “όχι” μέσα από το ασυνείδητο και το ότι η αναγνώριση του ασυνειδήτου από την πλευρά του εγώ εκφράζεται με αρνητική φόρμουλα. Δεν υπάρχει ισχυρότερο αποδεικτικό για επιτυχή αποκάλυψη του ασυνειδήτου, απ' το όταν ο αναλυόμενος αντιδρά (σ' αυτήν την αποκάλυψη) με την φράση: “αυτό δεν το είχα σκεφτεί”, ή “ δεν είχε ποτέ πάει ο νους μου ως εκεί”[9]

 

 

 

 

 



[1]   Ο Freud είχε επιστήσει την προσοχή σ' αυτό το σημείο, μεταξύ άλλων, στην ανάλυση του “Rattenmann“.

[2]   Studien ueber Hysterie Πονοκέφαλος

[3]   Formulierungen ueber die zwei Prinzipien des psychischen Geschehens 1911

[4]   Triebe und Triebschicksale 1915, Unbehagen in der Kultur 1930

[5]   Traumdeutung 1900, 1ο μέρος του Entwurf 1895/1950, 16ο Κεφ. “Η διαδικασία της γνώσης και η αναπαράγουσα σκέψη”. Το “αντικείμενο” που πρέπει να ξαναβρεθεί είναι το μητρικό στήθος. Drei Abhandlungen, 1905: „Η εύρεση του αντ/νου είναι σε τελική ανάλυση μια επανεύρεση”.

[6]   Ο Freud επαναλαμβάνει πολλές φορές αυτό το σημαντικό σημείο. Βλ. Formulierungen..., σελ. 20 όπου παραπέμπει σε προηγούμενα κείμενα. Κατοπινές αναφορές της έννοιας υπάρχουν στο Das Unbewußte 1915, Das Ich und das Es 1923. Έπειτα από την παρούσα εργασία η ιδέα εμφανίζεται ακόμα στην 32η παράδοση της Neue Folge 1933, σημ. 524 και τελικά στο κεφάλαιο VIII του Abriss der Psychoanalyse 1938/1940. Πέραν απ΄αυτά όλο το θέμα της κριτικής ικανότητας έχει αναλυθεί πολύ διεξοδικά στην ίδια κατεύθυνση και στα ακόλουθα κεφάλαια του Entwurf 1895/1950, 1ο Μέρος: “Η διαδικασία της γνώσης και η αναπαράγουσα σκέψη”, “η διαδικασία της ενθύμησης και το κρίνειν” και “σκέπτεσθαι και Πραγματικότητα”.

[7]   Βλ. στο Jenseits des Lustprinzips 1920 και Notiz ueber den Wunderblock 1925. Πρέπει να τονιστεί εδώ ότι στο τελευταίο αυτό έργο ο Freud διαπιστώνει ότι δεν είναι το εγώ, αλλά το Ασυνείδητο που “απλώνει αισθητήριες κεραίες προς τον εξωτερικό κόσμο μέσω του συστήματος Αντίληψη-Συνείδηση”.

[8]   Βλ. μια παρατήρηση στο κεφ. VI για το ευφυολόγημα Der Witz, 1905

[9]   O Freud είχε κάνει ήδη αυτή τη διαπίστωση σχεδόν με τα ίδια λόγια σε μια υποσημείωση που προσέθεσε το 1923 στην περίπτωση της Dora 1905. Στην εργασία Konstruktionen in der Αnalyse 1937 ο Freud  επανέρχεται ακόμη μια φορά στο σημείο αυτό.











e-max.it: your social media marketing partner
French (Fr)Greek