Βιβλιοθήκη > Εισηγήσεις > Ψυχαναλυτική Σημασία του Συνδρόμου του Cotard

Ψυχαναλυτική Σημασία του Συνδρόμου του Cotard

Οι ιδέες αθανασίας στο παραλήρημα των αρνήσεων ή σύνδρομο του Cotard

Γιώργος Δημητριάδης

   Να ευχαριστήσω καταρχήν την εταιρία μελέτης πολιτισμικής ετερότητας και ειδικότερα το καλό και παλιό μου φίλο και συνάδελφο Φώτη Καγκελάρη για την πρόσκλησή να μιλήσω για τις παραληρηματικές ιδέες αθανασίας στο σύνδρομο του Cotard. Oι ιδέες αθανασίες ταιριάζουν κάπως στο χώρο αυτό που γίνεται το συνέδριο, ο οποίος είναι χώρος κατεξοχήν των «αθανάτων», δηλαδή των Ακαδημαϊκών. Ακούγεται ίσως παρά ταύτα παράδοξο ένα παραλήρημα να ‘χει να κάνει με το θάνατο ως πολιτισμικό γεγονός το οποίο και είναι το θέμα του συνεδρίου. Το θέμα της μελαγχολίας κλασσικά έχει σχέση με το θάνατο. Θα επιχειρήσω να δείξω ότι το παραλήρημα των αρνήσεων, το οποίο είναι παραλλαγή του παραληρήματος μελαγχολίας, έχει να κάνει με το ζήτημα της επιθυμίας στον άνθρωπο. Και η επιθυμία έχει να κάνει βέβαια με τον πολιτισμό. Αυτό θα είναι λοιπόν το νήμα της ομιλίας μου. 

     Η σύγχρονη ψυχιατρική έχει πάψει σχεδόν να ασχολείται με τη λεπτομερή ανάλυση των παραληρημάτων που τα θεωρεί συνήθως ως εκδήλωση ενός ελλειμματικού εγκέφαλου και χωρίς ενδιαφέρον όσον αφορά το ειδικό περιεχόμενό τους. Στο τέλος του 19ου αιώνα τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Οι aliénistes, όρος που θα μεταφραζόταν ίσως επί λέξει με το νεολογισμό «αλλοτριολόγοι», οι οποίοι ήταν οι γιατροί που ασχολούντο στις γαλλόφωνες χώρες με τις ψυχικές παθήσεις, είχαν συνείδηση των λιγοστών θεραπευτικών μέσων που διέθεταν. Παράλληλα, στο βαθμό που προέρχονταν συνήθως από εύπορες οικογένειες, διέθεταν χρόνο για την ακρόαση και την καταγραφή του λόγου των ασθενών τους. Οι ασθενείς αυτοί βρίσκονταν συνήθως έγκλειστοι σε ιδρύματα ειδικά διαμορφωμένα στην περιφέρεια των πόλεων κατά το πρότυπο των αντιλήψεων περί ψυχικής υγιεινής του Pinel  και του Esquirol, των πρωτεργατών δηλαδή της ψυχιατρικής στη Γαλλία. Ένας τέτοιος εν ονόματι Jules Cotard δούλευε στο παρισινό προάστιο που λέγεται Vanves. Στο σύντομο χρονικό διάστημα που έζησε, γιατί πέθανε το 1889 σε ηλικία 49 ετών, έγραψε πέντε άρθρα σχετικά μ’ένα σπάνιο τύπο παραληρήματος που απαντάται κυρίως σε χρόνιες μορφές αγχώδους μελαγχολίας και ο οποίος θα μας απασχολήσει.(V)

 

Περιγραφή του συνδρόμου

     Το πρώτο απ’αυτά τα άρθρα το δημοσίευσε το 1880 με τίτλο «Eνα υποχονδριακό παραλήρημα σ’ένα τύπο βαριάς αγχώδους μελαγχολίας». Το παραλήρημα αυτό το 1882, στο δεύτερο χρονολογικά άρθρο του με το ίδιο θέμα, το ονόμασε «παραλήρημα των αρνήσεων». Το ονόμασε έτσι γιατί οι εν λόγω ασθενείς που ήταν ως επί το πλείστον μεσήλικες γυναίκες, επί πλέον των κλασσικών σημείων της αγχώδους μελαγχολίας, που είναι οι τρομερές ενοχές συχνά με φόβο επικείμενης τιμωρίας, οι ιδέες αναξιότητας και ολέθρου, το φοβερό άγχος και η ψυχοκινητική διέγερση, παρουσίαζαν κάποιες άλλες εκδηλώσεις. Αυτές ήταν οι ιδέες κατάρας και κατοχής από μία ξένη δύναμη (το διάβολο σε πρώτη γραμμή συχνότητας), η αυτοκτονική τάση, οι αυτοακρωτηριασμοί και ακόμη πιο ειδικά υποχονδριακές ιδέες ανυπαρξίας ή καταστροφής διάφορων οργάνων και στομίων του σώματος, (II) η ακόμη και καταστροφής της ψυχής και του Θεού. Συχνά η ιδέα καταστροφής διάφορων οργάνων συνοδεύονταν από αυτήν της ολικής καταστροφής του σώματος και του θανάτου αλλά, παραδόξως πως, οι άρρωστοι αν και έλεγαν ότι είναι ήδη πεθαμένοι είχαν επίσης συχνά την ιδέα ότι δεν μπορούν   να πεθάνουν και την εντύπωση ότι είναι καταδικασμένοι να ζουν αιώνια. Στις ιδέες αθανασίες, δηλαδή υπερβολής όσον αφορά το χρόνο που θα ζήσουν, προστίθεντο συχνά, αργότερα στην εξέλιξη της νόσου, ιδέες υπερβολής όσον αφορά το μέγεθός τους. Θεωρούσαν έτσι ότι οι διαστάσεις τους αυξήθηκαν υπερβολικά και ότι διάφορα μέλη τους ή και ολόκληροι έχουν αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε ν’ αποκτήσουν κοσμικές διαστάσεις και ότι είχαν καταλάβει έτσι με τις διαστάσεις τους μέχρι και το σύμπαν ολόκληρο.

     Αυτό ήταν και είναι το βασικό ταμπλώ του παραληρήματος των αρνήσεων , με κάποιες διαφοροποιήσεις βέβαια από άρρωστο σε άρρωστο. Φερ’ειπείν ο Cotard λέει για την άρρωστη του πρώτου άρθρου του «Η δεσποινίς Χ…43 χρόνων δηλώνει ότι δεν έχει ούτε εγκέφαλο, ούτε νεύρα, ούτε στήθος , ούτε στομάχι, ούτε έντερα…Δεν της απομένουν, σύμφωνα με τη δική της έκφραση, παρά το δέρμα και τα κόκαλα του αποδιοργανωμένου σώματος. Αυτό το παραλήρημα άρνησης επεκτείνεται στις μεταφυσικές ιδέες που υπήρξαν άλλοτε αντικείμενο εδραιωμένης πίστης για την άρρωστη. Δεν έχει ψυχή, ο Θεός δεν υπάρχει , αλλά ούτε και ο διάβολος. Η δεσποινίς Χ…. με το να είναι παρά μόνο ένα αποδιοργανωμένο σώμα δεν χρειάζεται να φάει για να ζήσει, δεν μπορεί να πεθάνει από φυσικό θάνατο, θα υπάρχει αιώνια, εκτός και αν καεί. Η δεσποινίς Χ δεν σταματά να ζητά να την κάψουμε και έκανε και η ίδια αρκετές απόπειρες να αυτοπυρποληθεί».

   Μία άλλη ηλικιωμένη ασθενής 77 ετών της Monique Grignard, που εκδήλωσε το σύνδρομο το 1980 μετά από χειρουργική επέμβαση για πρόπτωση σπλάχνων, δηλώνει ότι ο πρωκτός της είναι φραγμένος, ότι δεν μπορεί να ουρήσει, ότι τίποτα δεν περνά πια και προσπαθεί μάλιστα η ίδια να ξεφράξει τα στόμιά της εισάγοντας διάφορα αντικείμενα. (I) Η καρδιά της δεν χτυπά πια. Δεν αναπνέει, δεν έχει πνεύμονες. Αρνείται να σιτιστεί γιατί μετά την επέμβαση τίποτα δεν περνά. Τα έντερα της έχουν στενέψει, έχουν ανέβει, έχουν σαπίσει, είναι φραγμένα. Παραπονιέται ότι δεν κοιμάται ποτέ. Όλα της τα στόμια είναι φραγμένα : ο κόλπος, η μύτη ακόμη και τα αφτιά και γι΄αυτό δεν μπορεί ν’ ακούσει. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω το ότι είναι συχνό το θέμα αυτό του φραξίματος των σπλάχνων στους ηλικιωμένους με κατάθλιψη γενικότερα.

Κάποιοι άλλοι άρρωστοι με παραλήρημα των αρνήσεων λεν ότι δεν μπορούν πλέον να αναπαραστήσουν τα πράγματα με τη φαντασία τους. Ο διάσημος Charcot είχε αναφέρει πριν από τον Cotard, του οποίου υπήρξε δάσκαλος, περιστατικά στα οποία ασθενείς έλεγαν ότι είχαν χάσει την ψυχική τους όραση. Το τρίτο χρονολογικά άρθρο του Cotard   (του 1884) πάνω στο σύνδρομο είχε μάλιστα τίτλο «Η απώλεια της ψυχικής όρασης». Λέει δηλαδή σ’αυτό ότι κάποιοι από τους αρρώστους τα «Μνημεία, τα τοπία, τα αντικείμενα που τους ήταν οικεία δεν μπορούσαν να τα φέρουν στην μνήμη τους». Ένας ασθενής του Marcel Czermak με το σύνδρομο έλεγε ότι δεν αισθάνεται τίποτα βλέποντας τα αντικείμενα. Αυτό είναι εξάλλου σχετικό με την αναλγησία που θεωρούσε ο Cotard ως βασικό στοιχείο αυτής της κατάστασης, ότι δηλαδή δεν μπορούν ούτε να πονέσουν γιατί δεν αισθάνονται τίποτα, Και ότι υποφέρουν ακριβώς απ’αυτή την αδυναμία να αισθανθούν ακόμη και πόνο, ότι τίποτα δηλαδή δεν μπορεί να τους ακουμπήσει. Μία άλλη ασθενής του Jean Paul Baumont το 1983 έλεγε : «Ο εγκέφαλός μου δεν καταγράφει πια, έχω ένα κενό, μία μαύρη τρύπα μέσα στο κεφάλι μου, αισθάνομαι αδειασμένη. Δεν έχω συναισθήματα ….δεν έχω προσωπικότητα, δεν έχω τίποτα για να σκεφτώ ή να μιλήσω, δεν έχω σκέψη για να καταλάβω αυτό που λεν οι άλλοι, δεν μπορώ να μιλήσω, δεν ξέρω να μιλήσω». (III)

   Οι άρρωστοι με σύνδρομο του Cotard, όπως έμεινε στην ιστορία το παραλήρημα των αρνήσεων, δηλώνουν ότι έχουν πεθάνει αλλά παραδόξως, όπως έλεγα, συχνά οι ίδιοι άρρωστοι δηλώνουν ότι είναι καταδικασμένοι να ζουν στην κατάσταση αυτή αιώνια. Αυτή η κατάσταση παραπέμπει αναλογικά στους μύθους των θρησκειών γύρω από τη μετά θάνατο ζωή και ιδιαίτερα σ’ αυτόν που επικαλέστηκε ο ίδιος ο Cotard, αυτού του περιπλανόμενου Ιουδαίου. Αλλά επίσης παραπέμπει στο καθαρτήριο όσον αφορά το καθολικό δόγμα ή του ’Α’rāf στο κοράνι, για το οποίο μας μίλαγε ως μεταιχμιακή περιοχή νομίζω ο Δρ. Abd-Rassoul Mounir εχθές το πρωί. Η ακόμη την άβυσσο της Εκάτης για την οποία μας μίλαγε, επίσης εχθές, η κα Μπαρλάμα, ως ζώνη στην οποία οφείλει, κατά τον Πλούταρχο αν το συγκράτησα καλά, να χάσει η ψυχή το θυμικό της. Για να επανέλθω στα λόγια των αρρώστων, ένας άλλος ασθενής του Jean Paul Baumont, που εκδήλωσε το σύνδρομο μετά χειρουργική θεραπεία και χημειοθεραπεία για μελάνωμα στο δέρμα, περιέγραφε την κατάστασή του ως μεταξύ ζωής και θανάτου. Έλεγε ότι περπατάει δίπλα στη ζωή, σε μία ζωή που δεν είναι ζωή. Ότι δεν είναι στην ίδια ζωή με τους υπόλοιπους. Ότι ο χρόνος δεν υπάρχει, ότι είναι ένας άπειρος χρόνος που δεν θα τελειώσει ποτέ. Ότι δεν υπάρχει όριο μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος και ότι έχει ξεμείνει σε ένα αόριστο παρόν όπου όλες οι διαφορές έχουν καταργηθεί. Ότι κάθε ημέρα είναι η ίδια, μία παγκόσμια ημέρα που αντιπροσωπεύει εκατομμύρια χρόνια, η ημέρα και η νύχτα έχουν γίνει ένα, ότι δεν υπάρχει μονάδα χρόνου και είναι συνέχεια η ίδια στιγμή που επαναλαμβάνεται. Δεν υπάρχουν κύκλοι, ούτε στο ημερολόγιο ημερομηνίες ούτε Δευτέρες, Τρίτες, Τετάρτες, Παρασκευές, ούτε χρονολογίες, ούτε εναλλαγές μεταξύ ημέρας και νύχτας. Παρομοίως για τον άρρωστο αυτό δεν υπήρχε απόσταση. Είμαι πάντα έλεγε  «στο ίδιο μέρος, στη ίδια θέση. ‘Ολα είναι ίδια με το να είμαι μπροστά στα ίδια πρόσωπα που δεν κινούνται. Είμαι στην κόλαση» .

   Το σύνδρομο του   Cotard   είχε σχεδόν ξεχασθεί λόγο της σπανιότητάς του ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη αποτελεσματικών θεραπειών για τις καταστάσεις μελαγχολίας. Δηλαδή με τις θεραπείες, αντικαταθλιπτικά ή ηλεκτροσόκ, οι ασθενείς δεν χρονίζουν αρκετά ώστε να παρουσιάσουν το σύνδρομο, γιατί όπως έλεγε εξαρχής ο Cotard, εκδηλώνεται κυρίως σε περιπτώσεις χρόνιας αγχώδους μελαγχολίας. Παρενθετικά θ’αναφέρω ότι μπορεί να εκδηλωθεί επίσης, με αρκετές διαφοροποιήσεις στην κλινική εικόνα, σε περιπτώσεις παράνοιας και προϊούσας γενικής παράλυσης, δηλαδή προσβoλής του εγκεφάλου από σύφιλη. Παρά ταύτα όλοι οι ψυχίατροι έχουν ακουστά ακόμη για το σύνδρομο. Πρόκειται δηλαδή για κάτι σαν μουσειακό είδος της ψυχιατρικής, που κλινικά εμφανίζεται πια ως επί το πλείστον στη μερική του μορφή, κυρίως ως κάποιες υποχονδριακές ιδέες άρνησης. Προσωπικά το έχω συναντήσει σε ηλικιωμένους με υποχονδριακές εμμονές γύρω από την λειτουργία του πεπτικού τους συστήματος ή σε υποχονδριακές αιτιάσεις χρόνιας αϋπνίας. Θυμάμαι ακόμη μία αφρικανικής καταγωγής μελαγχολική κυρία που είχα δει πριν από δεκαπέντε χρόνια στη Γαλλία. Η γυναίκα αυτή αντί για ιδέες ενοχής και αυτομομφές, που έχουν συνήθως οι ασθενείς του δυτικού πολιτισμού που πάσχουν από μελαγχολία, μας έλεγε ότι το εσωτερικό της είχε λιώσει. Πριν ένα μήνα περίπου εξέτασα μία άλλη κυρία που περνούσε την εμμηνόπαυση με μελαγχολία η οποία αισθάνθηκε, την ημέρα που χειρουργείτο η κόρη της με λαπαροτομία, ότι για κάποια δευτερόλεπτα είχε πεθάνει.

     Λόγω του θέματος του συνεδρίου οι ιδέες αυτές αθανασίες θα μας απασχολήσουν εδώ κάπως περισσότερο. Καταρχήν θα αναφέρω το πως ο παλιοί   κλινικοί                   προσπάθησαν να ερμηνεύσουν το σύνδρομο. Η διατριβή του Jorge Cacho πάνω στο θέμα μας υπήρξε για μένα ένα πολύ σημαντικό βοήθημα στη σκιαγράφηση της πορείας της σκέψης των κλινικών τoυ τέλους του 19ου πάνω στην εξήγηση του συνδρόμου. Στη συνέχεια θα μιλήσω για το πώς οι ψυχαναλυτές, πρώτος ο Jacques Lacan και στη συνέχεια του ο Marcel Czermak προσπάθησαν να εξηγήσουν το σύνδρομο, καθώς και τις συνέπειες που μπορεί να έχει η εξήγηση αυτή για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ψύχωση και ειδικότερα το σώμα και τη χρονικότητα. Τέλος θα μιλήσω για το αν αυτά έχουν κάποια σχέση με το ζήτημα της επιθυμίας γενικότερα.

 

 

 

Αιτιοπαθογένεια του παραληρήματος σύμφωνα με τους κλινικούς της εποχής

 

   Το 1884 ο Cotard προσπάθησε να εξηγήσει την αιτιοπαθογένεια του παραληρήματος των αρνήσεων διαμέσου της απώλειας της ψυχικής όρασης που ανέφερα παραπάνω. Η αιτιοπαθογένεια του παραληρήματος   είχε σύμφωνα μ’ αυτή τη θεώρηση του 1884, ως εξής : ο ηθικός πόνος (douleur morale ) που ήταν το κέντρο της προβληματικής της μελαγχολίας σύμφωνα με τη διδασκαλία του Griesinger, εκδηλώνεται με διαταραχές της διάθεσης, την δυσαρέσκεια, την αδιαφορία, την αποστροφή και από την διαταραχή των αισθήσεων οπότε ο άρρωστος αντιλαμβάνεται με σύγχυση τα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου απέναντι στον οποίο αισθάνεται ξένος. Δηλαδή, είτε οι αρνήσεις αναφέρονται στις συναισθηματικές και ψυχικές ικανότητες του ατόμου είτε τα όργανα του σώματός του, είναι το ίδιο πράγμα. Πρόκειται για ηθική υποχονδρία (hypocondrie morale) στην πρώτη περίπτωση και για σωματική υποχονδρία στη δεύτερη. Και για τις δύο περιπτώσεις το πρόβλημα βρίσκεται, (σύμφωνα με τη θεωρία της εποχής των εντοπίσεων των λειτουργιών στις διάφορες περιοχές του εγκεφάλου), στην περιοχή του φλοιού του εγκεφάλου όπου εγγράφονται οι εικόνες των αισθήσεων των οργάνων. Η άρνηση των οργάνων του σώματος και της προσωπικότητας είναι έτσι σχετική με την απουσία υποκειμενικών αναπαραστάσεων, (την απώλεια δηλαδή της ψυχικής όρασης που έλεγα), οι οποίες δίνουν την αίσθηση ολόκληρης της ύπαρξης και αυτής του καθενός οργάνου ξεχωριστά. Η πρώτη αυτή εξήγηση είναι σύμφωνη με τη μηχανιστική και ψυχοαισθητική παράδοση (διαδεδομένη επίσης την εποχή εκείνη), θεωρία για την οποία η διαταραχή διάφορων περιοχών του εγκεφάλου προκαλεί διαταραχές των αισθήσεων, οι οποίες στη συνέχεια προκαλούν τις ψυχικές διαταραχές.

     Το 1887 ο Cotard αναθεώρησε την εξήγησή του αυτή στο τέταρτο άρθρο του πάνω στο παραλήρημα των αρνήσεων που είχε τίτλο «Πάνω στην ψυχοαισθητική ή ψυχοκινητική προέλευση του παραληρήματος», επηρεασμένος εδώ από την φιλοσοφική θεωρία του αισθητισμού ( που ήταν επίκαιρη την εποχή εκείνη) καθώς και το μοντέλο που είχε δημιουργήσει ο Charcot για την αφασία. Αλλά αντί για το κέντρο των λεκτικών αναπαραστάσεων, που κατά τον Charcot είχε βλάβη στην αφασία, είναι εδώ οι αναπαραστάσεις πραγμάτων που έχουν το πρόβλημα. Σύμφωνα με τον Griesinger στη μανία, που θεωρείτο ότι ήταν το αντίθετο της μελαγχολίας, η παθολογική διέγερση αφορά τόσο τις εξωτερικές κινήσεις όσο και την ομιλία και την εσωτερική κίνηση της σκέψης. Αυτή η εσωτερική υπεραισθησία μεταφέρεται στο εγώ και η συνεπεία αυτού έξαρση του αισθήματος της προσωπικότητας είναι ανάλογη αυτής της κινητικής δραστηριότητας. Η σκέψη υφίσταται στη συνέχεια αυτοματοποίηση, όρος οικείος στους κλινικούς της εποχής από τις σχετικές μελέτες του Baillarger στα μέσα του 19ου αιώνα. Παύει δηλαδή ο μανιακός να έχει την αίσθηση ότι κατευθύνει τις σκέψεις του, οπότε και του δημιουργούνται οι ιδέες θεϊκής προέλευσης των ιδεών και άλλες ανάλογες ιδέες. Είναι αντίθετα η απώλεια της κινητικής ενέργειας που εξηγεί την επώδυνη ηθική προδιάθεση, την απώλεια της διάθεσης, την λύπη και την απελπισία που χαρακτηρίζουν την μελαγχολικού τύπου κατάθλιψη. Με την ίδια λογική που στη μανία δημιουργούνται οι ιδέες θεϊκής έμπνευσης δημιουργούνται στη μελαγχολία οι ιδέες κατοχής από μία ξένη δύναμη, συνήθως σατανική. Πάντως, όπως σημειώνει ο Jorge Cacho, ο   Cotard ενώ στην πρώτη ψυχοαισθητική παθογενετική θεωρία του δέχεται τις διαταραχές του ιδεασμού ως δευτεροπαθείς στην συναισθηματική διαταραχή, στη δεύτερη - ψυχοκινητική - θεωρία του τείνει να θεωρήσει το αντίθετο, δηλαδή ότι είναι ο ιδεασμός και η θέληση που προκαλούν τις συναισθηματικές διαταραχές (και τις ψευδαισθήσεις). Έχοντας απόσταση από την εποχή εκείνη μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον Cacho στο ότι οι διαφορές των δύο θεωριών του   Cotard είναι επουσιώδεις.

     Τέλος ο Jules Séglas, ο αξιότερος ίσως Γάλλος κλινικός της εποχής, συνεχιστής του έργου του Cotard και συγγραφέας ενός βιβλίου πάνω στο σύνδρομο, θα προτείνει το 1897 μία κάπως διαφορετική παθογενετική θεώρηση του συνδρόμου : η ελάττωση της δυνατότητας των αρρώστων να διαθέτουν τις εικόνες των λέξεων - που προερχόταν σύμφωνα με τον Cotard από τις βλάβες της ψυχοκινητικότητας - καθώς και η σχετική μ’αυτή μείωση της δυνατότητας ψυχικής σύνθεσης, έχουν ως συνέπεια την αδυναμία στον έλεγχο των εικόνων των λέξεων που δεν μπορεί έτσι ο άρρωστος ούτε να τις επικαλεστεί ούτε να τις κινήσει και να τις τροποποιήσει. Αυτό δημιουργεί αφενός τις έμμονες ιδέες και αφ’ εταίρου την συνεχή αυτόματη επανάληψη της ίδιας σειράς σκέψεων και εικόνων (mentisme). Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται η αίσθηση της διάσχισης της προσωπικότητάς στον άρρωστο που ζει έτσι τον εαυτό του ως διχασμένο και αυτή η κατάσταση δημιουργεί τον ηθικό πόνο στον άρρωστο. Δηλαδή ο Séglas θεωρεί ότι ο ηθικός πόνος προέρχεται από την δυσκολία στην ψυχική σύνθεση. Αυτή η λογική εμπνεότανε από τις ιδέες του Cabanis περί κιναισθησίας, την θεωρία δηλαδή που δεχότανε τη συνείδηση ως σχετική με τη συναίσθηση της λειτουργίας των οργάνων.

     Όσον αφορά τώρα τις ιδέες αθανασίες ο Régis, στο συνέδριο της γαλλικής πόλης Blois που έγινε το 1992 πάνω στο παραλήρημα των αρνήσεων, υποστήριξε ότι είναι απόρροια της λογικής. Δηλαδή ότι ο άρρωστος συμπεραίνει ότι, εφόσον το σώμα του δεν διαθέτει τις κανονικές συνθήκες οργάνωσης, δεν μπορεί να πεθάνει και είναι έτσι καταδικασμένος στην αιώνια αγωνία. Να αναφέρω εδώ ότι είναι ο Régis που στο ίδιο συνέδριο πρότεινε να ονομαστεί το παραλήρημα των αρνήσεων «σύνδρομο Cotard». Η ιστορία συγκράτησε την πρόταση αυτή. Το ίδιο και ο Séglas θεωρούσε τις ιδέες αθανασίας ως δευτερεύουσες και μη απαραίτητες. Για τις ιδέες υπερβολής όσον αφορά το μέγεθος αν και αποτελούσε το θέμα του τελευταίου άρθρου του Cotard πάνω στο ίδιο θέμα το 1888 και με τίτλο «Το παραλήρημα γιγάντωσης (énormité)», αν και σημειώνεται ότι παρατηρείται στη συνέχεια της εξέλιξης των ιδεών αθανασίας, δεν υπήρξαν αιτιοπαθογενετικές υποθέσεις. Έθετε βέβαια το ζήτημα της διαφοροδιάγνωσης με τις ιδέες μεγαλομανίας του παραληρήματος καταδίωξης και αυτό των μικτών ψυχικών νόσων στις οποίες αναφέρθηκε κυρίως ο Séglas.

       Ψυχαναλυτική σημασία των ιδεών αθανασίας του συνδρόμου του Cotard

 

   (VI) Μετά τον Cotard και τις λίγο μεταγενέστερες εργασίες του Séglas και άλλων ψυχιάτρων της εποχής το παραλήρημα των αρνήσεων παραμέμεινε σχεδόν σε λήθη για περίπου ένα αιώνα. Αν εξαιρέσουμε το άρθρο του Salomon Resnik   με τίτλο «Σύνδρομο Cotard και αποπροσωποίηση» του 1954 και μία αναφορά του Jacques Lacan το 1955 η ψυχαναλυτική βιβλιογραφία έμεινε απ’όσο γνωρίζω σιωπηλή πάνω στο θέμα μέχρι το 1983. Κατά την ημερομηνία αυτή η ψυχαναλυτική σχολή Association Lacanienne   (και κυρίως ο Marcel Czermak) επανέφεραν σ’επικαιρότητα το θέμα. Το 1992 έγινε ένα συνέδριο της Association Lacanienne πάνω στο θέμα και το 1993 ο Jorge Cacho, (VII) μέλος της ίδιας σχολής, δημοσίευσε τη διατριβή του πάνω στο παραλήρημα των αρνήσεων, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του κυρίως πάνω στην ιστορία του συνδρόμου. Ο Lacan λοιπόν, όπως έλεγα, έκανε μια αναφορά στο σύνδρομο το 1955 κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου του. Στην αναφορά αυτή είπε τα εξής : Oι ηλικιωμένες γυναίκες με το σύνδρομο, που λένε ότι δεν έχουν στόμα και στομάχι και ότι δεν θα πεθάνουν ποτέ, έχουν μεγάλη σχέση με τον κόσμο των φεγγαριών. «Αυτό στο οποίο έχουν ταυτιστεί είναι μία εικόνα στην οποία λείπει κάθε άνοιγμα, κάθε προσμονή κάθε κενό της επιθυμίας, δηλαδή αυτό που συνιστά κυρίως η ιδιότητα του στοματικού στομίου». Να σημειώσω εδώ ότι ετυμολογικά η γαλλική λέξη ance που σημαίνει « άνοιγμα » γύρω στο 1200 σήμαινε την επιθυμία. Λέει λοιπόν στη συνέχεια ο Lacan: «Στο βαθμό που επιχειρείται η ταύτιση του ‘είναι’ στην αμιγή και απλή εικόνα του, δεν υπάρχει πλέον θέση για την αλλαγή, δηλαδή για τον θάνατο. Στο θέμα τους πρόκειται ακριβώς - για το ότι είναι πεθαμένες και ότι δεν μπορούν επίσης να πεθάνουν – για το ότι είναι αθάνατες όπως η επιθυμία. Στο βαθμό που το υποκείμενο ταυτίζεται συμβολικά με το εικονοφαντασιακό πραγματοποιεί, με κάποιο τρόπο, την επιθυμία». Θα προσπαθήσω να σχολιάσω αυτά τα πυκνά λεγόμενα του Lacan τα οποία ανακινούν το θέμα της φάσης του καθρέπτη και τη σημασία της στην ψύχωση. Το ότι επιχειρεί δηλαδή ο ψυχωτικός, κατά το Lacan, να ταυτίσει το «είναι» του με την εικόνα του. Δεν θα επεκταθώ πάνω στο θέμα αυτό.(IV) Όσον αφορά δε το θέμα της επιθυμίας θα επανέλθω λίγο αργότερα για να μιλήσω προς το παρόν για την έλλειψη. Αυτή η έλλειψη ανοίγματος δηλαδή η έλλειψη έλλειψης στους αρρώστους με Cotard δημιουργεί με κάποιο τρόπο μία ασυνείδητη εικόνα σώματος σαν συμπαγή σφαίρα, που είναι δηλαδή γεμάτη με τα πάντα ή τουλάχιστον μ’ αυτά που μπορεί να λείψουν στα εν λόγω υποκείμενα για να επιθυμήσουν, δηλαδή αυτά που συνιστούν την ψυχική τους πραγματικότητα. Συνεπώς οι άρρωστοι αυτοί δεν είναι απόντες από το φαντασιακό κόσμο, αλλά από το συμβολικό κόσμο τους, αυτόν που συνιστά γι’ αυτούς τους ίδιους ως συγκεκριμένα υποκείμενα τον κόσμο. Είναι από την αλυσίδα των σημαινόντων τους που αποσυνδέονται, γι’ αυτό και ο κόσμος παύει να έχει σημασία γι’ αυτούς. Έχουν πεθάνει για την αλυσίδα των σημαινόντων τους, (ως υποκείμενα της αλυσίδας αυτής), ενώ ο κόσμος τους παραμένει κάτι σαν αμιγές φαντασιακό απαλλαγμένο από κάθε συμβολική πρόσφυση που θα τους επέτρεπε να σκεφτούν και ν’ αλλάξουν κάτι. Εδώ αναφέρομαι όχι τόσο στη συνειδητή σκέψη, αν και αυτή πάσχει, αλλά στις μεταφορικές και μετωνυμικές διαδικασίες που γίνονται στο ασυνείδητο και των οποίων έχουμε μία πιο άμεση έποψη στα όνειρα. Εξ’ ού και η εντύπωσή τους ότι ο κόσμος θα παραμένει αμετάβλητος για πάντα. Οι άρρωστοι εξ άλλου, όπως έλεγα παραπάνω, κατακρατούν τα αντικείμενα του σώματός τους, ούρα και κόπρανα, δεν σιτίζονται, δεν μπορούν να θυμηθούν τις εικόνες και όταν κοιτούν τα αντικείμενα δεν τους προκαλείται κάποιο αίσθημα και δεν τους κάνει να σκεφτούν κάτι. Όταν ακούνε τους άλλους το περιεχόμενο της ομιλίας των άλλων τους διαφεύγει. Τα αντικείμενα μικρά α, κατά τον   Lacan, το σκύβαλο, ο μαστός, το βλέμμα, και η φωνή,   έχουν επανέλθει στο συμπαγές πλέον σώμα αντί να είναι χωρισμένα από αυτό από την τομή που τα σημαίνοντα κάνουν στο σώμα. Η αναλγησία, η απουσία δηλαδή πόνου, είναι, όπως λέει ο Marcel Czermak, στα ίδια πλαίσια της έλλειψης της έλλειψης. Η αϋπνία για την οποία παραπονιούνται δεν είναι μία αντικειμενική αϋπνία. Ένας άρρωστος του Marcel Czermak έλεγε ότι στην κανονική του κατάσταση αισθάνονταν τον ύπνο να έρχεται. Βάρος στα βλέφαρα, ανάγκη να κλείσει τα μάτια. Όταν ήταν άρρωστος για να κοιμηθεί βυθιζότανε μονομιάς και όταν ξύπναγε δεν αισθάνονταν ότι ξύπναγε. Ζώντας στον κόσμο αυτό που τίποτα δεν λείπει οι ασθενείς ταυτίζονται λέει ο Marcel Czermak με το αντικείμενο που μπορεί να λείψει, το αντικείμενο μικρό α αίτιο της επιθυμίας κατά το Lacan, και ενίοτε αυτοκτονούν ή ζητούν να τους σκοτώσουν προκειμένου να μπορέσει να λείψει το αντικείμενο -που έχουν γίνει οι ίδιοι- από τον κόσμο.

   Οι ασθενείς αυτοί θυμίζουν, δεδομένης της σχέση που έχουν όσον αφορά την έλλειψη και το θάνατο, άλλου τύπου ασθενείς. Καταρχήν ο θάνατος του υποκειμένου που γνωρίζουν οι ασθενείς με σύνδρομο Cotard είναι μία κοινή εμπειρία για του ψυχωτικούς γενικά. Ο Φώτης Καγκελάρης μίλησε εχθές και έχει μιλήσει επίσης εκτεταμένα στη διατριβή του για την εμπειρία αυτή στη σχιζοφρένεια. Οι σχιζοφρενείς και οι παρανοικοί εκφράζουν συνήθως το θάνατο του υποκειμένου ως εμπειρία του τέλους του κόσμου και όχι προσωπικού θανάτου όπως στο Cotard. Το σημείο αυτό της εμπειρίας θανάτου του υποκειμένου στην παρανοειδή σχιζοφρένεια ή την παράνοια προηγείται της απόπειρας δημιουργίας μίας νέας σχέσης με τον κόσμο διαμέσου του παραληρήματος. Το σημείο θανάτου του υποκειμένου ο Γερμανός δικαστής Schreber (το διάσημο περιστατικό του οποίου την παραληρηματική αυτοβιογραφία ανέλυσε ο Freud) ως παρανοϊκός το βίωνε τη στιγμή που διάβαζε ότι πέρασε σ’ άλλη στήλη της εφημερίδας και συγκεκριμένα στη νεκρολογική. Τελικά μετά από πολλά ψυχωτικά δεινά, όπως οι κατατονικές του κρίσεις, σταθεροποιείται μετά από χρόνια διαμέσου της παραληρηματικής μεταφοράς της ταύτισής του με τη γυναίκα του Θεού. Η οποία ταύτιση εντοπίζει με κάποιο τρόπο το πραγματικό, το καδράρει. Αποφεύγει έτσι τα αποτελέσματα των διακυμάνσεων του πραγματικού του οποίου διαφορετικά θα είχε να υφίσταται διαρκώς τις μεταμορφώσεις. Μεταμορφώνοντας του εαυτό του σε γυναίκα παύει να αντιστέκεται στη δίωξη που δεχότανε από την απόλαυση του Άλλου, αποδεχόμενος αυτή την απόλαυση, - διαμέσου της μεγαλομανιακής ταύτισής του με τη γυναίκα του Θεού-, την οποία και αναπαριστά στην πράξη μεταμφιέζοντας τον εαυτό του σε γυναίκα μπροστά στον καθρέπτη του δωματίου του.

       Μίλησα προηγουμένως για τους ηλικιωμένους με κατάθλιψη και τις υποχονδριακές τους ιδέες γύρω από το πεπτικό και το ουροποιητικό σύστημα καθώς και την υποχονδριακή αυπνία. Ο Γάλλος γεροντοψυχίατρος   G. Ferrey σημειώνει επίσης ότι οι αρνήσεις στους ηλικιωμένους με κατάθλιψη ή και σύνδρομο Cotard αφορούν όχι τόσο τα όργανα όσο τη λειτουργία τους και ότι οι ασθενείς αυτοί δεν έχουν νοσοφοβία αλλά παραπονιούνται για το ότι η τροφή και οι απεκκρίσεις του σώματός τους δεν περνάνε. Ο αλκοολόγος Jean Paul Descombey τονίζει το πόσο οι αλκοολικοί τείνουν να θέλουν ν’ αγνοούν το θάνατο, να είναι θανατοαγνωσικοί, να τείνουν να πιστεύουν δηλαδή ότι ο θάνατος δεν μπορεί να τους ακουμπήσει παρά μόνο από ατύχημα. Και επιπλέον ότι αν πάθουν μετά από χρόνια κατανάλωσης το σύνδρομο Korsakoff, (προϊούσα δηλαδή αμνησία), ζουν πλέον μέσα στην αχρονικότητα. Η τοξικομανία δεν είναι βέβαια μακριά όσον αφορά τη θανατοαγνωσία, την τάση δηλαδή των τοξικομανών να έχουν μία συνεχή πρόκληση με το θάνατο, αλλά και να δημιουργούν επίσης νέο-ανάγκες, κάτι δηλαδή σα τεχνητά στόμια του σώματος. Oταν τρυπιούνται δε, δημιουργούν όχι μόνο μεταφορικά αλλά και πραγματικά στόμια στο σώμα τους. Θ’ αναφέρω επίσης τη μανία του piercing, την τάση δηλαδή κάποιων να δημιουργούν τρύπες στο σώμα τους, ή την ακόμη πιο εντυπωσιακή τάση κάποιων άλλων να αυτοακρωτηριάζονται με χειρουργικές επεμβάσεις ή και μόνοι τους. Τέλος επιγραμματικά αναφέρω την υποχονδρία του πέους των τρανσέξουαλ όπως ονομάζει ο Marcel Czermak το αίτημα για την αλλαγή του φύλου. Όλες αυτές οι καταστάσεις είναι ίσως εγχειρήματα δημιουργίας έλλειψης στο πραγματικό του σώματος, εκεί που η συμβολική λειτουργία αδυνατεί να δημιουργήσει τομή, δηλαδή τρύπα στο σώμα.[1] Καταστάσεις πολύ διαφορετικές από αυτές του ψυχαναγκαστικού που ζει σε μία διαρκεί αναβολή όσον αφορά την επιθυμία του, παριστάνοντας δηλαδή τον πεθαμένο όσον αφορά την επιθυμία του.

   Τέλος μιλώντας για τη ζωή μεταξύ δύο θανάτων των αρρώστων με Cotard, θ’ αναφέρω τη σχέση την ζώνης «μεταξύ δύο θανάτων», σύμφωνα με την έκφραση ενός μαθητή του Lacan, ως ζώνη της επιθυμίας όταν κανείς βρίσκεται να είναι κάτι σαν τραγικός ήρωας, στη θέση ας πούμε της Αντιγόνης του Σοφοκλή, που δεν μπορεί παρά να εκπληρώσει αυτό που συνιστά την επιθυμία, να τιμήσει δηλαδή το νεκρό αδελφό της Πολυνείκη, έστω και αν αυτό συνεπάγεται το θάνατό της. Ή της Ηλέκτρας του Σοφοκλή που λέει ότι είναι πεθαμένη μέσα στη ζωή. Ή σ’αυτή του Οιδίποδα για τον οποίον ο χορός αναφωνεί το «μη φύναι», το καλύτερα δηλαδή κανείς να μην είχε γεννηθεί αν είναι να βρεθεί στη δεινή θέση που βρέθηκε ο Οιδίποδας. Ή σ’αυτήν ακόμη του Άμλετ που του χρειάζεται να έρθει αντιμέτωπος με το θάνατο της Οφηλίας και ακόμη περισσότερο να χτυπηθεί θανάσιμα προκειμένου να υποστηρίξει την πράξη που ανέβαλε συνέχεια. Το να εκδικηθεί δηλαδή το φόνο του πατέρα του σκοτώνοντας τον Κλαύδιο. Ο τραγικός ήρωας βρίσκεται στη ζώνη αυτή που, αν και καταδικασμένος όσον αφορά την ναρκισσιστική του αγάπη, ή ακόμη και καταδικασμένος να πεθάνει, -δηλαδή πέραν της αρχής της ευχαρίστησης όπως και να’χει-, είναι ακόμη υπόχρεος στην επιθυμία. Ή ακόμη περισσότερο μπορεί να είναι σε θέση να στηρίξει την επιθυμία του μόνο από αυτή τη θέση. Με κάποιο τρόπο αυτή μάλλον είναι η κοινή μοίρα. Δηλαδή το να μπορούμε να επιθυμούμε παρά μόνο ως θνητοί. Ο τραγικός ήρωας, το δείχνει αυτό από μία πλευρά που οδηγεί συχνά βραχυπρόθεσμα στο θάνατο όπως στην περίπτωση της Αντιγόνης. Ενώ το να αναλάβει κανείς την επιθυμία του, συνήθως αφού τη βιώσει στο επίπεδο της μοναξιάς, δηλαδή ως επιθυμία που αφορά εκείνον και μόνο, μπορεί βέβαια να ωθεί προς τη ζωή. Υπάρχει δηλαδή μεταξύ της μοίρας της Αντιγόνης που υφίσταται την επιθυμία, (επιθυμία που έχει επίσης να κάνει με την αιμομιξία στην οικογένεια των Λαβδακιδών), και το να αναλάβει κάποιος της επιθυμία του, μία απόσταση για την οποία η ψυχανάλυση έχει το λόγο της. Το βιβλίο του ψυχαναλυτή Patrick Guyomard «Η απόλαυση του τραγικού» που παρουσιάστηκε παρουσία του συγγραφέα την τελευταία Παρασκευή στο γαλλικό ινστιτούτο αφορά αυτή την απόσταση. Σύμφωνα με τη λακανική θεωρία είναι επίσης από την ίδια ζώνη την «μεταξύ δύο θανάτων» που καλείται ο ψυχαναλυτής να στηρίξει την πράξη του. Οι ασθενείς λοιπόν με  Cotard, για να επανέλθουμε στον τίτλο μας, εκφράζουν νομίζω το αρνητικό - εννοώ όπως το αρνητικό στο φωτογραφικό φιλμ-, το ανάποδο αυτής της κατάστασης : βρίσκονται στη ζώνη μεταξύ δύο θανάτων, πεθαμένοι όσο αφορά την επιθυμία αλλά καταδικασμένοι να είναι βιολογικά ζωντανοί. 

   Με τον τρόπο αυτό είναι που ακούω τη φράση του Lacan ότι οι ασθενείς με   το σύνδρομο Cotard πραγματοποιούν την επιθυμία. Είναι το ανάποδό της που πραγματοποιούν, ούτως το νόημα της επιθυμίας ν’αντηχεί σ’ εμάς. Στον καθένα μας βέβαια διαφορετικά. Και θα τελειώσω με τα λόγια του Artaud : « Το σώμα είναι τα πάντα, ο χώρος, ο χώρος είναι αδιανόητος, έξω δεν υπάρχει τίποτα, απολύτως τίποτα, το σώμα είναι απολύτως θολό, αβαθές, πάντα επιφάνεια, αρκείτε   στο ανάστημά του, δίχως άλλο και τίποτα εκτός ».



[1] Ο ψυχαναγκαστικός προσπαθεί να παραστήσει τον πεθαμένο όσον αφορά την επιθυμία του, προκειμένου ν’ αναπληρώσει την απουσία εγγραφής της παράστασης του θανάτου στο ασυνείδητο. Γιατί ο Freud υποστήριζε ότι για το ασυνείδητο είμαστε αθάνατοι. O ψυχαναγκαστικός προσπαθεί να μην έχει δηλαδή έλλειψη ο Άλλος που είναι το ασυνείδητο. Ξέρουμε πόσο οι ψυχαναγκαστικοί παίρνουν προφυλάξεις προκειμένου να μη λείψει κάτι στον άλλο παίρνοντας το αίτημα του άλλου για την επιθυμία του.


e-max.it: your social media marketing partner
French (Fr)Greek