Βιβλιοθήκη > Εισηγήσεις > Εισαγωγή στην ερμηνεία του ονείρου

Εισαγωγή στην ερμηνεία του ονείρου

Ευρετήριο Άρθρου
Εισαγωγή στην ερμηνεία του ονείρου
Σελίδα 2
Σελίδα 3
Σελίδα 4
Σελίδα 5
Όλες οι Σελίδες

Εισαγωγή στην ερμηνεία του ονείρου

  Γιώργος Δημητριάδης

Εισαγωγή  

 

   Με το κείμενο της Ερμηνείας των ονείρων που δημοσιεύτηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1899, ο Φρόιντ θέλησε να σφραγίσει με το δικό του τρόπο το πέρασμα στο εικοστό αιώνα. Έχοντας συνείδηση της σημαντικότητας της ανακάλυψής του το χρονολόγησε με το εναρκτήριο έτος 1900. Την εποχή εκείνη ήταν 43 χρονών και ήδη ένας αναγνωρισμένος νευρολόγος στη Βιέννη αν και η μέθοδός της ψυχανάλυσης που είχε ανακαλύψει λίγα χρόνια πριν ήταν αντικείμενο έντονης κριτικής.

   Στο κείμενο αυτό Φρόιντ θα προσεγγίσει καταρχήν τις διάφορες παλαιότερες ή και σύγχρονες θεωρίες για την εποχή του πάνω στο όνειρο για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι μία ψυχική πηγή που δομεί το όνειρο, δηλαδή ότι το όνειρο δεν είναι κάτι που δημιουργείται τυχαία. Υποθέτει ότι η πηγή αυτή έχει να κάνει με την επιστροφή ανεπιθύμητων σκέψεων. Με την ερμηνεία των ονείρων θα προσπαθήσει να δώσει φόρμα στην τρέχουσα αντίληψη που έλεγε ότι τα όνειρα έχουν ένα κρυμμένο νόημα. Υποστηρίζει ότι τα όνειρα μπορεί να τύχουν της ίδιας προσέγγισης με τα ψυχικά συμπτώματα διαμέσου του ελεύθερου συνειρμού μέθοδο που είχε εφαρμόσει με τον Μπρόυερ σε υστερικές ασθενείς. Ο ασθενής μιλώντας ελεύθερα, χωρίς να λογοκρίνει τον εαυτό έχει διάφορες παρεμπίπτουσες ιδέες που αφορούν τις σκέψεις που είναι πίσω από το όνειρο. Στη συνέχεια εκθέτει ένα δικό του όνειρο που αφορά τη θεραπεία μία ασθενούς του και οικογενειακής φίλης, την Ιρμα. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το όνειρο αυτό είχε σκοπό να απενοχοποιήσει τον εαυτό του για την επιμονή των συμπτωμάτων της Ίρμας. Και γενικότερα καταλήγει στο ότι το όνειρο έχει ως στόχο την εκπλήρωση μίας ευχής. Σε ενίσχυση αυτού του επιχειρήματος θα κάνει επίκληση στα όνειρα βολέματος, το ότι ονειρευόμαστε ότι πίνουμε όταν διψάμε για παράδειγμα, αλλά και στα όνειρα των παιδιών στα οποία συναντάμε συχνά την εκπλήρωση μίας φαντασίωσης που είχαν στη διάρκεια της προηγούμενης ημέρας.

     Το τέταρτο κεφάλαιο ονομάζεται η παραμόρφωση του ονείρου. Στο κεφάλαιο αυτό κάνει το διαχωρισμό μεταξύ φανερού και λανθάνοντος περιεχομένου του ονείρου. Το λανθάνον περιεχόμενο είναι πάντα η εκπλήρωση μίας ευχής. Το φανερό περιεχόμενο είναι η εκπλήρωση μίας ευχής αν και εφόσον η ευχή αυτή δεν είναι μία απωθημένη ευχή. Η ερμηνεία του ονείρου συνίσταται στην ανεύρεση της απωθημένης ευχής. Έτσι τα επώδυνα όνειρα δεν συνιστούν αντίφαση στη θεωρία της εκπλήρωσης της ευχής. Η παραμόρφωση που ανευρίσκεται στα όνειρα είναι μία σκόπιμη απόκρυψη και ονομάζει λογοκρισία την αρχή που εμποδίζει την πρόσβαση στη συνείδηση διαμέσου της παραμόρφωσης των απωθημένων σκέψεων. Στη συνέχεια εξετάζει τα υποκριτικά όνειρα στα οποία παρουσιάζεται το αντίθετο της εκπλήρωσης μίας ευχής. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε ένα τέτοιο όνειρο, αυτό της ωραίας χασάπισας, και για αυτό δεν επιμένω εδώ. Ο Φρόιντ θα πει και πάλι ότι το συναίσθημα δυσαρέσκειας στα όνειρα δεν αποκλείει την ύπαρξη μίας ευχής αλλά αυτό που συμβαίνει είναι ότι αυτός που ονειρεύεται αρνείται να την παραδεχθεί. Η δυσαρέσκεια εκφράζει αυτή ακριβώς τη δυσκολία. Έτσι στα αγχώδη όνειρα το άγχος είναι όπως και στη νεύρωση μετατοπισμένο σε μία παράσταση άσχετη με την πηγή του άγχους όπως και στη περίπτωση της φοβίας ή της αγχώδους νεύρωσης. Επίσης όπως και στην περίπτωση της αγχώδους νεύρωσης το συναίσθημα ήταν αρχικά σεξουαλικής φύσης. Ο Φρόιντ σ αυτό το σημείο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το όνειρο είναι η μεταμφιεσμένη εκπλήρωση μίας απωθημένης ευχής. Στη συνέχεια του βιβλίου θα αναφερθεί στις πηγές και στο υλικό του ονείρου. Θα πει ότι βρίσκουμε στα όνειρα διάφορες αναμνήσεις όπως αυτές της προηγούμενης ημέρας αλλά και παιδικές αναμνήσεις όπως και γεγονότα άνευ σημασίας . Θα μιλήσει για ένα δικό του όνειρο αυτό της λεγόμενης βοτανικής μονογραφίας για να υποστηρίξει ότι το όνειρο χρησιμοποιεί τα πρόσφατα γεγονότα προκειμένου να εκφράσει απωθημένες παιδικές επιθυμίες όπως συμβαίνει και στο ευφυολόγημα το οποίο χρησιμοποιεί επίσης οποιοδήποτε υλικό προκειμένου να πει κάτι που είναι απαγορευμένο. Και στο ευφυολόγημα μετατοπίζεται η έμφαση από το πιο επενδεδυμένο ψυχικά στο λιγότερο επενδεδυμένο. Ακόμη και οι σωματικές πηγές του ονείρου θα θεωρηθούν στο κεφάλαιο αυτό ως προφάσεις προκειμένου να εκφραστούν απωθημένες παιδικές ευχές. Το όνειρο, υποστηρίζει ο Φρόιντ, είναι ο φύλακας του ύπνου και όχι αυτό που τον διαταράσσει. Στη συνέχεια εξετάζει διάφορα από τα λεγόμενα τυπικά όνειρα όπως της γύμνιας, αυτά του θανάτου συγγενικών προσώπων, τα όνειρα πτήσης και πτώσης, και τα αγχώδη όνειρα εξετάσεων. Στα όνειρα αυτά απουσιάζουν συχνά οι συνειρμοί που θα επέτρεπαν να τα αναλύσουμε με τρόπο προσαρμοσμένο στις προθέσεις του ονειρευόμενου. Έτσι δεν παραμένει παρά το να καταφύγει κανείς για την ερμηνεία τους σε πανανθρώπινους συμβολισμούς.

Στη συνέχεια θα μιλήσει για την εργασία του ονείρου σε ένα πολύ εκτενές κεφάλαιο. Τέσσερεις είναι οι βασικές εργασίες του ονείρου. Η συμπύκνωση είναι η πρώτη από αυτές την οποία αντιλαμβάνεται εν πρώτης κανείς εξ αιτίας της λακωνικότητας του ονείρου. Τα στοιχεία του ονείρου παραπέμπουν το καθένα σε περισσότερα από ένα άλλα στοιχεία, είναι δηλαδή υπερπροσδιορισμένα. Αλλά και οι λανθάνουσες σκέψεις του ονείρου αντιπροσωπεύονται από περισσότερα του ενός στοιχεία του φανερού περιεχομένου του ονείρου. Είναι δηλαδή υπεραντιπροσωπευμένες. Μία δεύτερη εργασία του ονείρου είναι η μετατόπιση που εξυπηρετεί την λογοκρισία. Η μετατόπιση είναι η μείωση της έντασης των παραστάσεων που έχουν να κάνουν με την απωθημένη επιθυμία σε όφελος αυτών που είναι πιο ανώδυνες. Μία Τρίτη εργασία του ονείρου είναι η παράσταση των λογικών σχέσεων μεταξύ των ουσιαστικών λανθανόντων σκέψεων του ονείρου όπως το όταν, το γιατί, το ομοίως, το παρότι, το ή το διαζευκτικό. Στη συνέχεια δίνει παραδείγματα της παράστασης στο όνειρο της λογικής σχέσης της αιτιότητας, της αντίθεσης, της ομοιότητας, της διάζευξης και της αντιστροφής. Ένα στοιχείο του ονείρου μπορεί να εκληφθεί κατά την ερμηνεία με τρόπο καταφατικό ή ως το αντίθετό του, είτε ως ένα κλασσικό σύμβολο, είτε να είναι ανάμνηση , είτε τέλος να ερμηνευτεί διαμέσου του ήχου της λέξης που παριστάνει. Στα πλαίσια της μέριμνας για την παραστασιμότητα θα περιγράψει τη διαδικασία μετατροπής των σκέψεων σε εικόνες οι οποίες χρησιμοποιούνται στη συνέχεια στη διαδικασία της συμπύκνωσης. Τη διαδικασία αυτή την είχε παρατηρήσει και ο Σίλμπερερ κατά την υπναγωγική φάση και την είχε ονομάσει λειτουργικό φαινόμενο. Που είναι το να βλέπει κανείς ενώ λαγοκοιμάται τις σκέψεις του να μετατρέπονται με αλληγορικό τρόπο σε εικόνες. Στη συνέχεια θα μιλήσει για την παράσταση μέσω συμβόλων στο όνειρο, το κεφάλαιο δε αυτό θα γνωρίσει εκτενή σταδιακή επέκταση κατά τη διάρκεια των επανεκδόσεων της ερμηνεία των ονείρων. Ως τέταρτη εργασία του ονείρου θα κατανομάσει τη δευτερογενή επεξεργασία που είναι η ερμηνεία που κάνει αυτός που ονειρεύεται στο ίδιο του το όνειρο ενώ κοιμάται, ή καλύτερα, ενώ μισοκοιμάται. Ουσιαστικά είναι η ίδια αρχή της σκέψης που λογοκρίνει όταν είναι κανείς ξύπνιος   που εκλογικεύει το όνειρο με τη δευτερογενή επεξεργασία. Μερικά σενάρια που είναι ουσιαστικά ονειροπολήσεις η μικρά ρομάντζα με παιδικές επιθυμίες όπως στην υστερία προσφέρονται ιδιαίτερα, για χρήση από την δευτερογενή επεξεργασία. Είναι έτοιμα ημερήσια σενάρια που τα χρησιμοποιεί εκ των υστέρων στο όνειρο.



French (Fr)Greek