Βιβλιοθήκη > 'Αρθρα > Για μία ευρωπαϊκή Ελληνικίωση

Για μία ευρωπαϊκή Ελληνικίωση

Για μία  ευρωπαϊκή Ελληνικίωση

 

Γιώργος Δημητριάδης

 

 

Μια κοινωνία « οικογενειακή » ;

 

            Η ελληνική κοινωνία δεν έχει αποκτήσει, ακόμα, ισχυρούς θεσμούς όσον αφορά  το κράτος. Υπάρχουν, παρά ταύτα, άλλου τύπου θεσμοί, όπως η οικογένεια, οι οποίοι είναι τουλάχιστον ακόμη, ισχυροί. Ίσως θα μπορούσαμε κάπως έτσι να καταλάβουμε το γεγονός ότι είμαστε σε θέση να θεωρούμε, πως το κράτος δεν έχει αυστηρή συνέχεια στη διοίκηση, και ότι κάθε κυβέρνηση-οικογένεια είναι αυτόνομη και χωρίς μεγάλη συνέχεια όσον αφορά στις αποφάσεις της προηγούμενης. Στα ίδια πλαίσια της ευρύτερης οικογενειοκρατίας λειτουργεί και η κομματοκρατία, τα πολιτικά και άλλα τζάκια ως συνέχεια των προεστών.


           Όμως αυτή η έλλειψη θεσμών του ελληνικού κράτους, απέχει πολύ από το να είναι  αυτονόητη στο σημερινό κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο με την συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή ΄Ένωση, σε περίοδο κοινωνικοοικονομικής κρίσης της χώρας, αλλά και παράλληλα με την παγκόσμια οικονομική κρίση. Το να πούμε ότι αυτό που καταργείται εσωτερικά επανέρχεται έξωθεν, όπως λέμε στην ψυχανάλυση, μας θυμίζει το ότι οι κρατικοί θεσμοί, αυτοί δηλαδή που αφορούν στην πολιτεία, θα επανέρχονται για τους  περιοδικούς ελέγχους -  ως επίτροποι για παράδειγμα, και αυτό για όσο διάστημα δεν τους δημιουργούμε. Εκτός και αν αποφασίσουμε ότι δεν χρειαζόμαστε τους θεσμούς αυτούς και ότι η κοινωνία  μας μπορεί να επιβιώσει με τη χαλαρότητα που είχε μέχρι πρότινος, οπότε, κατά συνέπεια, θα πρέπει  να εγκαταλείψουμε το πλαίσιο που συμπεριλαμβάνει κράτη με ισχυρούς πολιτειακούς θεσμούς. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή κοινότητα. Την ίδια συμπεριφορά μας ως  νεοέλληνες εκδηλώνουμε όταν φροντίζουμε το σπίτι μας αλλά αδιαφορούμε για τη φροντίδα αυτού που είναι από την άλλη μεριά της εξώπορτας μας, όταν κακοποιούμε το δημόσιο χώρο μολύνοντας τον, φοροδιαφεύγοντας ή ενδίδοντας στη διαφθορά.

            Διακρινόμαστε για την αλληλεγγύη μας σε διαπροσωπικό επίπεδο, απέναντι σε συγγενείς, φίλους, γείτονες και αυτή η πολύ ευχάριστη καθημερινή πλευρά της συμπάθειας στον συνάνθρωπο, μετρίασε τα μάλα τις συνέπειες της κρίσης.  Θα λέγαμε όμως ότι συνάμα έχουμε μία φροντίδα περισσότερο μητρική και στηρικτική του συνανθρώπου (για να θυμηθούμε και τον φροϊδικό όρο Nebenmensch[1]) και λιγότερο θεσμική, με τη διαμεσολάβηση, δηλαδή, ενός συμβολικού ιδεώδους και του νόμου που το αφορά[2].

 

 

Ο ορντολιμπεραλισμός  και η ελληνική κρίση

 

 

     Ως άλλη όψη του ευρωνομίσματος, υπάρχει μία τάση σε βορειοευρωπαϊκές χώρες  που μετατρέπει το νόμο σε κάτι που ξεπερνά την ανθρώπινη διάσταση, κάτι σαν την απόλυτη προσταγή, σύμφωνα με την οποία η λιτότητα πρέπει να ακολουθηθεί, έστω και αν είναι εντελώς επιβλαβής για οτιδήποτε άλλο εκτός από τους  αριθμούς που καταγράφουν τα  πλεονάσματα. Υπάρχει σ’ αυτή την τάση, κάτι της τάξης της διαστροφής, της σαδιστικής μετατροπής  των ανθρώπινων υποκειμένων σε πράγματα, δηλαδή η εργαλειοποίησή τους[3]. Ο ατομικισμός εδώ μεσουρανεί συνάμα με το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης, εν αντιθέσει με την ‘οικογενειακή’ - της ‘περίπτωσής μας’. Έχουν τους δικούς τους - ιστορικούς  - λόγους για κάτι τέτοιο, τη σχέση, για παράδειγμα, του προτεσταντισμού με τον καπιταλισμό. Είναι η ίδια λογική που καθιστά τη διαγραφή ενός χρέους τόσο δύσκολα αποδεκτή. Οι αριθμοί εδώ υπερτερούν, ελλείψει κάποιου κοινού ευρωπαϊκού  ιδεώδους,  μεσούσης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

            Η διαγραφή μέρους του δυσθεώρητου ελληνικού χρέους παρά ταύτα δεν είναι τόσο ανέφικτη στο βαθμό που διαγραφές χρέους  συστηματικά γίνονταν όπως μπορούμε να διαβάσουμε, φερειπείν, στη Monde diplomatique του μήνα Μαρτίου 2015, ή , με τρόπο ακόμα πιο λεπτομερή, στο πρόσφατο βιβλίο του David Graebert. Οι πιστωτές εξάλλου δεν είναι χωρίς ευθύνη, όταν δανείζουν με  τρόπο που οι δανειολήπτες, με βεβαιότητα  θα βρεθούν σε αδυναμία εξόφλησης. Αλλά νομίζω ότι η  δυσκολία κουρέματος του ελληνικού χρέους  δεν είναι μόνο πρακτική, όσο και αν  θεωρούμε τους οικονομικούς παράγοντες σημαντικούς, ισχυριζόμενοι για παράδειγμα, ότι τα χρέη είναι ένας  τρόπος ελέγχου των κρατών από το φιλελεύθερο κεφάλαιο. Η μοραλιστική στάση των βορειοευρωπαϊκών χωρών, που τείνουν να συνετίσουν τον άσωτο νότο, είναι ένας ακόμη παράγοντας, ο οποίος δεν είναι μόνο κατ’ επίφαση λόγος , και που δεν θα έπρεπε να υποτιμήσουμε.

          Οι François Denord, Rachel Knaebel  και Pierre Rimbert , στο άρθρο τους της Monde diplomatique  του περασμένου Αυγούστου, υποστηρίζουν σχετικά με  το δημοψήφισμα του Ιουνίου, πως « η έκπληξη που προκλήθηκε στην Γερμανία απ' αυτό το ηχηρό « όχι » ερμηνεύεται από τη μετωπική σύγκρουση δύο προσεγγίσεων της οικονομίας και, συνολικότερα, των δημοσίων υποθέσεων. Η πρώτη προσέγγιση, η οποία εκπροσωπείται στις αρχές Ιουλίου από τους Έλληνες πολιτικούς, αντανακλά έναν τρόπο διακυβέρνησης καθαρά πολιτικό. Kατ'αυτόν η λαϊκή ψήφος επικρατεί του  λογιστικού κανόνα και η εκλεγμένη αρχή μπορεί να επιλέξει να αλλάξει τους κανόνες. Η δεύτερη προσέγγιση, αντίστροφα,  υποβαθμίζει την κυβερνητική δράση στην αυστηρή τήρηση μιας εντολής. Σύμφωνα μ‘αυτή, οι πολιτικοί μπορούν να δράσουν όπως επιθυμούν, αρκεί να μην βγαίνουν απ΄το πλαίσιο το οποίο είναι δεδομένο  εκ των πραγμάτων και πέραν των  δημοκρατικών αποφάσεων... Αυτή η, οχι πολύ γνωστή, γερμανική ιδεολογία έχει ένα όνομα : ορντολιμπεραλισμός. Όπως οι αγγλοσάξονες υποστηρικτές του « lesser – faire » οι ορντολιμπεραλιστές αρνούνται την διαστρέβλωση του παιχνιδιού της αγοράς από το κράτος. Αλλά, αντίθετα από αυτόν, το κράτος οφείλει να οργανώνει, πρέπει, δηλαδή, να ορίζει το νομικό, τεχνικό, κοινωνικό, ηθικό, πολιτιστικό πλαίσιο της αγοράς. Και να φροντίσει για την τήρηση των κανόνων. Αυτή είναι η « ορντοπολιτική » (Ordnungspolitik) . »

          Όμως πιστεύω, πως η σύγκρουση δεν ήταν ανάμεσα, απ τη μία πλευρά, ενός τρόπου πολιτικής διακυβέρνησης και, από την άλλη, της 'τήρησης της τάξης' που γνώρισε, λίγες εβδομάδες μετά από τη δημοσίευση αυτών των γραμμών-τραγική ειρωνεία- το σκάνδαλο της « Volkswagen » !

Όσο για το «ηχηρό όχι» του δημοψηφίσματος, απέχει από το να αντηχεί μια πολιτική ωριμότητα του ελληνικού λαού, ο οποίος μ' αυτόν τον τρόπο αποφάσισε να αντιταχθεί στην « τυραννία »  του νεοφιλελευθερισμού, αλλά αναλαμβάνοντας τις συνέπειες της απόφασής του... Διότι έχω την εντύπωση πως αυτοί που ψήφισαν « όχι » πίστεψαν, στην πλειοψηφία τους, την υπόσχεση της κυβέρνησης, και κυρίως του πρωθυπουργού της, που φώναζε ότι αν το « όχι » κέρδιζε στο δημοψήφισμα, θα ήταν σε θέση να διαπραγματευτεί μια συμφωνία, που θα προϋπέθετε λιγότερη λιτότητα, εγγυόμενη παράλληλα την παραμονή της χώρας στην Ευροζώνη. Το ελληνικό εκλογικό σώμα έχοντας χρειαστεί να ψηφίσει  « ναι» ή «όχι» σε ένα ψεύτικο δίλημμα- που μετατράπηκε στην πραγματικότητα σε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση- φάνηκε, αμέσως, μετά τη μεγάλη νίκη του «όχι» - με 61% των ψήφων-, να προδίδεται από τον εμπνευστή του δημοψηφίσματος, που βύθισε – με τις συμφωνίες που πέρασε- ακόμα περισσότερο το καρφί του χρέους και της «τυραννίας», λέγοντας ταυτόχρονα ότι « δεν πιστεύει σε αυτές τις συμφωνίες» ή  ακόμα  ότι « τις απεχθάνεται».  Λέγοντας, επίσης, ότι  πως δεν έχει άλλη επιλογή θέτει το ερώτημα του γιατί χρειάστηκε τόσος χρόνος και οι συνέπειες – καταστροφικές για την οικονομία- του ελέγχου των κεφαλαίων,- που προκλήθηκε με την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος- για να του γίνει προφανές. Ωστόσο, αυτό που  ήταν προφανές σε ορισμένους, - ήδη από τον περασμένο χρόνο- ήταν τα μέτρα λιτότητας  (που υιοθετήθηκαν τον περασμένο Ιούλιο, και που είχαν ήδη προβλεφθεί εδώ και πολύ καιρό) δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν παρά μόνο με μία κυβέρνηση που θα συμπεριελάμβανε και την «αριστερά», κυβέρνηση η οποία – στη σημερινή της μορφή, για παράδειγμα- βολεύει πολύ τους «δανειστές»: αφού θα ήταν η μόνη που θα είχε πιθανότητες να αμβλύνει την αντίδραση του λαού. Αλλά, πώς γίνεται και μπόρεσε ο ΣΥΡΙΖΑ,  και κυρίως ο αρχηγός του ο Αλέξης Τσίπρας – μετά από την μεταστροφή του τον Ιούλιο- να κρατήσει ακέραιη ( ή περίπου) τη δημοτικότητά του ώστε να μπορέσει να επανεκλεγεί και αυτό, παρά τη διάσπαση που υπέστη το κόμμα του; Πώς να εξηγήσουμε επίσης την ανανέωση της συμμαχίας στη σημερινή κυβέρνηση, ανάμεσα στο ΣΥΡΙΖΑ και στο, της λεγόμενης, πατριωτικής δεξιάς, το θνικιστικό κόμμα «Ανεξάρτητοι Έλληνες».

 

 

       Αντιδραστικότητα, λαϊκισμός, εθνικισμός...

 

   Για να επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, ας κάνουμε

-κατ΄αρχάν- ένα βήμα πίσω.

Πριν γίνουν αποδεκτά τα νέα μέτρα λιτότητας τον Ιούλιο χρειάστηκε ένα πρώτο διάστημα, το οποίο χαρακτηρίζεται από αντιδραστικότητα στην φιλελεύθερη τάση, δηλαδή  στον «πατερναλισμό» του Βορρά, τόσο από την πλευρά του λαού, όσο και από την κυβέρνησή του. Αντιδραστικότητα η οποία εξαπλωνόταν, ήδη, σε άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής, μαρτυρώντας όμως επίσης μια κάποια πολιτική ανωριμότητα : αντίδραση στους κρατικούς θεσμούς, τις θεωρίες συνωμοσίας, προβολή στους άλλους των ιδίων παραπτωμάτων, απουσία θέσεων καθαρά οριοθετημένων, και – κατ΄αρχάς- ως προς τη θέληση για παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση κλπ.

    Οι εύλογες αξιώσεις της κυβέρνησης για κοινωνική δικαιοσύνη είχαν το μειονέκτημα να φέρουν  -ταυτόχρονα-  τη σύγχυση ανάμεσα στην ισότητα και τον εξισωτισμό. Η πρώτη παραπέμπει σε πολιτειακούς  θεσμούς που διέπουν την κοινωνική ζωή, και στην τάξη του συμβολικού. Η δεύτερη. δεν είναι πρόσφατης κοπής  και έχει να κάνει με τα αίτια της σημερινής κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Σε εθνικό επίπεδο ,είναι ο οικείος μας λαϊκισμός που τη θυμίζει. Σε παγκόσμιο επίπεδο είναι η διεκδίκηση για ίση δυνατότητα κατανάλωσης  από όλους  ( και για ίση χωρίς όριο απόλαυση για όλους) η οποία συνάδει με τον περιρρέοντα νεοφιλελευθερισμό. Η τάση για εξισωτισμό κορυφώθηκε στον τομέα της εκπαίδευσης, όπου ο άριστος –κατ΄όνομα τουλάχιστον-υπεύθυνος υπουργός καταφέρθηκε κατά της αριστείας. Είναι αυτή η περιφρόνηση  των αρίστων, που οδηγεί  – σαφώς μαζί με την ανεργία – ένα άξιο κομμάτι  της νεολαίας εκτός της χώρας.  Είναι η ίδια ισοπέδωση που συνιστά τροχοπέδη στη δημόσια διοίκηση, ελλείψει ικανών στελεχών. Αλλά από ποιους θα διοικηθούν οι κρατικές υπηρεσίες όταν δεν επιθυμούμε την  προώθηση  των αξιότερων; Πώς μπορούν να αποφευχθούν, λοιπόν, οι αποκρατικοποιήσεις;

   Ο τότε υπουργός οικονομικών, στην αρχή της προηγούμενης χρονιάς, υπενθύμισε –ορθά- στον Γερμανό ομόλογό του ότι η παρούσα κατάσταση στην Ελλάδα θυμίζει τη δημοκρατία της Βαϊμάρης και πως στη χώρα επωάζεται το φίδι του ναζισμού. Παρέλειψε να μιλήσει για τον εθνικισμό  τον οποίος θρέφει το «αριστερό -εθνικό» κυβερνητικό σχήμα, που ξεκίνησε μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου 2015, και παρατάθηκε (παράδοξα, και θα επανέλθουμε σε αυτό) ακόμα και μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου.

      Το γεγονός του ότι μία μερίδα – διόλου αμελητέα του συνόλου του πληθυσμού- ψηφίζει υπέρ ενός ναζιστικού κόμματος, δεν είναι άσχετο , με την εξισωτική  απαίτηση που προανέφερα , και η οποία έχει να κάνει – μεταξύ  άλλων- με την εικονική ταύτιση. Η ομοιομορφία  που διακρίνει το παρουσιαστικό των νεοναζί με τα ξυρισμένα κεφάλια , συμβάλλει στην ταύτιση με ένα ναρκισσιστικό - εικονικό ιδεώδες. Η δε ‘μαγκιά’, που συνοδεύει σταθερά αυτή την εμφάνιση, δεν είναι, ίσως, επίσης άσχετη - τηρουμένων σαφώς των αναλογιών - με αυτήν του κινήματος  ‘δεν πληρώνω’, ή ακόμη με τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ  ο οποίος, επανειλημμένα, πριν από τις εκλογές του Φεβρουαρίου, διακήρυττε πως θα «σχίσει τα μνημόνια» (sic !) που είχαν περάσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Και αφού υπέγραψε ένα νέο μνημόνιο με την «τρόικα» τον περασμένο Ιούλιο, ο Πρωθυπουργός δήλωσε, ''παλικαρίσια''  πως πάλεψε σκληρά κατά την διάρκεια των 17 ωρών των δύσκολων διαπραγματεύσεων».

 

Επιτέλους, ένας νέος ηγέτης

 

    Κατά τη διάρκεια της περιόδου που προηγήθηκε των εκλογών του Φεβρουαρίου 2015,  και λίγο αργότερα, αυτά τα δύο κόμματα, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Αν.ελ, διατυμπάνισαν την αντίθεσή τους στα μέτρα λιτότητας, και την εχθρότητα στα κράτη τα οποία συνηγορούσαν καταρχάς στα μέτρα – δηλαδή τη Γερμανία- και υποστήριζαν την κυριαρχία της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι σε εκείνους που τους θεωρούσαν αποικιοκράτες οι οποίοι επιχειρούσαν να μετατρέψουν τη χώρα σε προτεκτοράτο. Ωστόσο αυτά τα δύο κόμματα ψήφισαν – στη μεγάλη πλειοψηφία τους –τις νέες συμφωνίες, χωρίς να χάσουν τη δημοτικότητά τους : γεγονός για το οποίο διερωτώμεθα. Διότι η δημοτικότητά τους εξαρχής είχε να κάνει, με την ικανότητά τους να λένε δυνατά αυτό που σκεφτόταν ο λαός, αλλά τη στιγμή που χρειάστηκε να «περάσουν στην πράξη», «συνθηκολόγησαν», αποδεχόμενοι μέτρα ακόμα πιο σκληρά, από εκείνα που είχαν λάβει οι προκάτοχοί τους στην εξουσία.

    Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο ελληνικός λαός – ενώ ήθελε να διαμαρτυρηθεί κατά της λιτότητας- δεν επιθυμούσε, στη μεγάλη του πλειοψηφία, την έξοδο από την ευροζώνη.  Οταν ο πρωθυπουργός  ισχυρίστηκε πως αγωνίστηκε για να υποστηρίξει το «όχι» του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, αλλά πως ήταν υποχρεωμένος να υποχωρήσει , για να αποφευχθεί η καταστροφή  που θα προκαλούσε η έξοδος από την ευροζώνη, βρήκε σχετικά εύκολα απήχηση στην κοινή γνώμη. Και ταυτόχρονα ήρθε να αντικατοπτρίσει  τις αντιφάσεις μιας μερίδας του λαού, δηλαδή, από τη μια μεριά την αντιδραστικότητα του, την απόδοση του λάθους στους ξένους, την ιδέα ότι υπάρχουν κράτη που καταπιέζουν τα δικαιώματά του, και από την άλλη, την επιθυμία να συνεχίσει η εξάρτηση απ'αυτό το σύνολο το τόσο δαιμονοποιημένο. Ή και για να επαναλάβουμε τα λεγόμενα του Γιώργου Παγουλάτου : «απομένει το προσωπικό  όπλο του Α. Τσίπρα : η ρητορική του σε κοιτάω στα μάτια και σου λέω ότι απέτυχα, αλλά τουλάχιστον προσπάθησα σκληρά, και δεν είμαι σαν τους άλλους, δεν είμαι έμπειρος, ικανός, εξαιρετικός, είμαι ακριβώς σαν εσένα». Βλέπουμε πως, σ'αυτήν την ιστορία, όπου τα αντανακλαστικά της ταυτότητας είναι τόσο έντονα – που επιδεινώνονται μεταξύ των άλλων, από τα ναρκισσιστικά πλήγματα ενός ταπεινωμένου λαού- η συμμαχία με τον εθνικισμό, είναι μακράν του να είναι περιστασιακή, ή «παρά φύση», και πως υπάρχει μια πραγματική φροϋδικού τύπου ερωτική σχέση με τον ηγέτη, την ίδια στιγμή που η απώλεια της απόλαυσης αποδίδεται αλλού, και όχι σε οποιαδήποτε αναγκαιότητα. Αφού, κατά ένα μεγάλο μέρος, τα μέτρα ήταν αναγκαία, ώστε να αντιμετωπιστεί – για να δώσω ένα εύλογο παράδειγμα- ο εκτροχιασμός των συνταξιοδοτικών ταμείων, εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού. Με λίγα λόγια, η ιστορία – αν και δεν έχει τελειώσει- προτείνει μια παθητική αποδοχή των μέτρων λιτότητας, αλλά και μέτρα αναδιάρθρωσης του κρατικού μηχανισμού, με τη μέθοδο του καρότου και του μαστίγιου ( ολοκληρωμένες μεταρρυθμίσεις έναντι δανεισμού). Ο Γ. Παγουλάτος καταλήγει στο άρθρο του στο οποίο προαναφέρθηκα : «Τελευταία ευκαιρία του κ. Τσίπρα είναι να επενδύσει στη διακυβέρνηση, να επιτύχει στη διαχείριση, στην υλοποίηση του προγράμματος και των δεσμεύσεων της χώρας». ΄Όμως, στην περίπτωση αυτή, δεν επανερχόμαστε  στο σημείο εκκίνησης, δηλαδή στον εξισωτισμό του ριζοσπαστικού κέντρου, που σημαίνει σε μια «πολιτική» απολίτικη και διαχειριστική, του τύπου που η συμμαχία  «αριστερά- εθνικιστική δεξιά »  μας είχε αφήσει να προαισθανθούμε.

 

 

 Εργοτάξια σε δραστηριότητα

 

 

     Όμως πολλά εργοτάξια είναι ανοιχτά σε αυτό το αδιέξοδο:

 

-         Η ελληνική κρίση έθεσε σε ερώτημα την ευρωπαϊκή πολιτική, αν μη τι άλλο για την απουσία της: στο οικονομικό επίπεδο καταρχήν, έπειτα σε ότι αφορά τη μετανάστευση, για να επισημάνω μόνο τα φλέγοντα ζητήματα- τα οποία βέβαια δεν είναι τα μόνα. Σε αυτό το επίπεδο, η απουσία μιας «ευρωπαϊκής ταυτότητας» - η οποία θα μπορούσε να αντισταθμίσει τις δελεαστικές «εθνικές ταυτότητες» συμβάλλει σε αυτή την κατάσταση. Αλλά πώς μια τέτοια ταυτότητα μπορεί να μη γίνει εξίσου αλλοτριωτική με τις αντίστοιχες εθνικές ;

 

 

-         Σε ότι αφορά την Ελλάδα, η διαδικασία διαχωρισμού της εκκλησίας από το κράτος, που ανακοινώθηκε από το Σύριζα πριν να αναλάβει την εξουσία, είναι σημαντική στο πλαίσιο – έστω και όψιμου για εμάς- «ευρωπαϊκού διαφωτισμού».  Όμως, η συμμαχία με ένα εθνικιστικό κόμμα – που διεκδικεί την ορθόδοξη χριστιανική  παράδοση- εμποδίζει, μαζί με άλλες παράπλευρες αντιστάσεις, έναν τέτοιο διαχωρισμό.

 

 

-         Με αφορμή την κρίση, όλο και περισσότεροι Έλληνες συμμετέχουν στο διάλογο          γύρω απ' την πολιτική ζωή του τόπου, γεγονός που συμβάλλει στη διαμόρφωση συνείδησης πολίτη-κράτους. Η πληθώρα των συζητήσεων στα κοινωνικά δίκτυα  μαρτυρά έναν «οριζόντιο» διάλογο, χωρίς τον «υπνωτισμό» από το «βλέμμα».

Τελικά, το ότι  ο πρωθυπουργός είναι όπως όλος ο κόσμος, ανοίγει μια οριζοντίωση του διαλόγου αυτού του τύπου....

 

 

 

 

 



[1] Του ‘πλησίον’ τον οποίο αναφέρει ο Freud στο ‘Σχεδίασμα για μία ψυχολογία’, από τον οποίο το βρέφος εξαρτάται απόλυτα στο βαθμό που αυτός δύναται να το ικανοποιήσει ή να το αποστέρησει από τη φροντίδα και την απόλαυση.

[2] Σύμφωνα με τον Λακάν, αυτό προϋποθέτει την ειρηνοποιό επίδραση της επιθυμίας του πατέρα - και γενικότερα της πατρικής λειτουργίας - στη μητρική επιθυμία της μητέρας° η οποία, ειδάλλως παραμένει στην τάξη της αυθαιρεσίας,  του καπρίτσιου, το οποίο μεταφέρεται και στα παιδιά, δημιουργώντας τους  ψυχοπαθολογίες και  - θα προσέθετα εδώ παίρνοντας κάποια ελευθερία -  καθιστώντας τα ενίοτε  κακομαθημένα - έχοντας  αμετροεπή αιτήματα.

[3] Βλ. Γιώργος Δημητριάδης, ‘Ψυχαναλυτικό σημείωμα γύρω από τον μαζοχισμό΄ http://www.ephep.com/fr/content/texte/y-dimitriadis

e-max.it: your social media marketing partner
French (Fr)Greek